βαλανεύς

βᾰλᾰν-εύς, έως, ,
A bath-man, Ar.Eq.1403, Ra.710, Pl.R.344d, etc.: prov.,

βαλανεὺς ἐπὶ τῶν πολυπραγμόνων Diogenian.3.64

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βαλανεύς — βαλανεύς, ο (Α) 1. υπηρέτης σε λουτρά 2. πολυλογάς, φλύαρος (επειδή ήταν παροιμιώδης η πολυλογία των βαλανέων). [ΕΤΥΜΟΛ. < βαλανείον, ως υποχωρητικός σχηματισμός ή, κατ άλλους, βαλανείον < βαλανεύς (βλ. και βαλανείον)] …   Dictionary of Greek

  • βαλανεύς — bath man masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαλανεῖς — βαλανεύς bath man masc acc pl βαλανεύς bath man masc nom/voc pl (parad form) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαλανῆς — βαλανεύς bath man masc nom pl βαλανεύς bath man masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαλανέων — βαλανεύς bath man masc gen pl βαλανέω̆ν , βαλανεύς bath man masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαλανεῖ — βαλανεύς bath man masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαλανεῦ — βαλανεύς bath man masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαλανεῦσι — βαλανεύς bath man masc dat pl βαλανόω fasten with a pres part act masc/neut dat pl (epic ionic) βαλανόω fasten with a pres ind act 3rd pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαλανεῦσιν — βαλανεύς bath man masc dat pl βαλανόω fasten with a pres part act masc/neut dat pl (epic ionic) βαλανόω fasten with a pres ind act 3rd pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • БАНИ —    • Balneum, balineum,          βαλανει̃ον, называлось простое приспособление для купанья, a balineae или balneae баня, купальня в собственном смысле.     I. Купальни у греков не в такой степени, как у римлян, были предметом роскоши и… …   Реальный словарь классических древностей

  • βαλανίς — βαλανίς, η (Α) (θηλ. του βαλανεύς) 1. υπηρέτρια σε λουτρά 2. καθαρτική βάλανος*. [ΕΤΥΜΟΛ. < βαλανεύς (σημ. 1.) και < βάλανος (σημ. 2)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.